Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα

Από το περιοδικό “Ο Σωτήρ” τεύχη Ιουνίου

(Μέρος α΄)

Η φράση «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» είναι μία λειτουργική Η παρακέλευση, δηλαδή μία προτροπή την ώρα της Λατρείας. Την απευθύνει στον λαό ό διάκονος, ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο λειτουργός ιερέας. Και την απευθύνει επανειλημμένως: στο τέλος της Μεγάλης Συναπτής (μεγάλης ομάδας αιτημάτων) και στο τέλος κάθε Μικρής Συναπτής. Όλόκληρη είναι η εξής:

«Της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων των αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

Δηλαδή: «Αφού στρέψουμε τη σκέψη μας στην πανάγια, αμόλυντη, υπερευλογημένη, ένδοξη Κυρία μας Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, μαζί με όλους τους Αγίους, ας εμπιστευθούμε τους εαυτούς μας και ο καθένας μας τους άλλους και όλη μας τη ζωή στον Ιησού Χριστό, τον Θεό μας».

Το κέντρο της προτροπής αυτής βρίσκεται στις τελευταίες λέξεις, «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». «Παρατίθεμαι» σημαίνει: καταθέτω κάτι δικό μου στα χέρια άλλου για να το φυλάσσει· ή, παραδίδω πρόσωπο στη φροντίδα κάποιου. Ό λειτουργός λοιπόν μας προτρέπει ν’ αφήσουμε, να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας και ο καθένας μας όλους τους άλλους και όλη μας τη ζωή στον Χριστό, τον Θεό μας. Το πρόσωπο στο Όποίο καλούμαστε να εμπιστευθούμε τα πάντα, δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, έστω και πιο αξιόπιστος. Είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος και από την αγάπη του προς εμάς έφθασε να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας είναι «ο Θεός ημών», στον οποίο οφείλουμε τέλεια πίστη και υπακοή.

Γιατί όμως προτρέπει να εμπιστευθούμε στον Χριστό και τους άλλους; Διότι ο αληθινός πιστός είναι άνθρωπος αγάπης δεν ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, για την προσωπική του προκοπή και σωτηρία, αλλά και γι’ αυτήν των άλλων. Έτσι εκπληρώνει την αποστολική προτροπή: «μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α’ Κορ. ι’ 24).

“Έχοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, το «μνημονεύσαντες» έχει βασικά διπλή έννοιας της επικλήσεως των πρεσβειών της Θεοτόκου και όλων των Αγίων και της ενθυμήσεως της θεάρεστης ζωής τους. Γράφει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας στην «Ερμηνεία εις την Θείαν Λειτουργίαν» ότι δεν μπορεί ο καθένας να εμπιστευθεί τον εαυτό του στον Θεό, αλλά έχει ανάγκη και από τη βοήθεια του Θεού. Για κάτι τέτοιο όμως πρέπει να έχει κανείς παρρησία πρός Εκείνον. Άλλά παρρησία έχουμε όταν δεν μας ελέγχει ή συνείδησή μας, όταν φροντίζουμε ν’ αρέσουμε σ’ Εκείνον και καταφρονούμε τις δικές μας μέριμνες. Επειδή λοιπόν το πράγμα χρειάζεται τόσο μεγάλη πνευματικότητα και προσπάθεια, γι’ αυτό φωνάζουμε και παρακαλούμε να έλθουν να μας βοηθήσουν με τις πρεσβείες τους ή Παναγία και όλοι οι Άγιοι (ΕΠΕ Φ 22, 90).

Επίσης τους μνημονεύουμε ενθυμούμενοι το παράδειγμά τους. Οι Άγιοι και κατ’ εξοχήν ή Υπεραγία Θεοτόκος κατόρθωσαν να παραδώσουν και να εμπιστευθούν τον εαυτό τους ολοκληρωτικά στον Θεό. Ή ενθύμηση της αγωνιστικής ζωής τους, του θαυμαστού παραδείγματός τους και των πολλών αρετών τους μας συγκινεί, μας ενθουσιάζει, μας παρακινεί σε αγώνα, διαλύει τους φόβους και τις αμφιταλαντεύσεις μας. Επιπλέον συνειδητοποιούμε ότι ο εξαγιασμός μας σε αυτό ακριβώς συνίσταται, στο να εμπιστευθούμε ολόκληρη τη ζωή μας στον Χριστό.

Πέρα όμως από τις δύο αυτές ερμηνείες, το «μνημονεύσαντες» μας αποκαλύπτει τον ακριβό στολισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είναι οι Άγιοι. Οι Άγιοι είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεού, τα γνήσια παιδιά του, που φέρουν επάνω τους τις αρετές, με τις οποίες μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους. Είναι εκείνοι που «έλαβον αυτόν», εγκολπώθηκαν τον Χριστό ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους (Ιω. α’ 12), άνοιξαν την καρδιά τους στον Χριστό. Με την τέλεια υπακοή τους την κατέστησαν κατοικητήριο του Θεού. Οι Άγιοι είναι τα αδιάσειστα τεκμήρια της αγάπης του Θεού και της δυνάμεως που έχει η Εκκλησία να μεταμορφώνει και να αναγεννα τον άνθρωπο με τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος, οι αδιάψευστοι μάρτυρες ότι το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθεί, και ότι, όταν το εφαρμόσει ο άνθρωπος, γίνεται ευτυχισμένος. Οι Άγιοι είναι η δόξα της Εκκλησίας.

Επιπλέον αυτό το «μνημονεύσαντες» μας ανοίγει τον ουρανό, μας αποκαλύπτει την πραγματική παρουσία των Αγίων στη Λατρεία. Στή θεία Λατρεία και μάλιστα στη θεία Λειτουργία ενωνόμαστε με τους εν ουρανοίς αδελφούς μας για να λατρεύσουμε από κοινού τον Τριαδικό Θεό. Η τιμητική μνημόνευσή τους με το πνεύμα που περιγράψαμε παραπάνω, και κυρίως η συμμετοχή μας στο άγιο Ποτήριο ισχυροποιεί τον σύνδεσμό μας όχι μόνο με τον Κύριο, αλλά και μαζί τους.

Πόσα νοήματα κρύβουν οι λέξεις της Θείας Λειτουργίας! Πέλαγος ιερών νοημάτων και ουράνιων εμπειριών!…

Απομένει να δούμε πρακτικότερα την κύρια έννοια της λειτουργικής προτροπής που εξετάζουμε, και τη σημασία της απαντήσεως του λαού: «Σοί, Κύριε».

(Μέρος β΄)

Η υπέροχη λειτουργική προτροπή «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», που απευθύνει συχνά ο ιερέας πρός όλους μας, προς όλους τους πιστους που συμμετέχουμε στη λατρεία του Θεού, έχει μεγάλο πλάτος και βάθος. Το να εμπιστευθούμε ολόκληρη τη ζωή μας στον Χριστό, σημαίνει να στηρίξουμε την πίστη και ελπίδα μας σ’ Εκείνον για όλα τα θέματα της ζωής μας, έχοντας την απόλυτη βεβαιότητα ότι ο Κύριος όχι απλώς θα μας βοηθήσει, όταν Του το ζητούμε, αλλά και ότι έχει την πρωτοβουλία της φροντίδας για μας – όπως μας το διδάσκει ο λόγος του Θεού: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί υμών». Αυτός νοιάζεται για σας (Α’ Πέτρ. ε’ 7). Το «παραθώμεθα» σημαίνει να στηρίξουμε την ελπίδα μας στον Κύριo πρώτα-πρώτα για τη σωματική μας επιβίωση. Επίσης για την οικογενειακή μας αποκατάσταση και αργότερα για τη συντήρηση και στερέωση της οικογένειάς μας. Σημαίνει ν’ ανατρέφουμε τα παιδιά μας «έν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς για την προκοπή τους και να λέει η καρδιά μας το «έχει ο Θεός» για το μέλλον τους.

Έπιπλέον το «παραθώμεθα» σημαίνει να έχουμε την αναφορά μας στον Κύριο σε όλα τα θλιβερά και ευχάριστα γεγονότα: στα πρώτα για να μας δίνει υπομονή, στα δεύτερα με ευγνωμοσύνη, αναγνωρίζοντας τον Δωρεοδότη. Άναθέτουμε στον Κύριο όλα τα θέματα, τα προβλήματά μας, τις δυσκολίες και αποτυχίες, τη φτώχεια, τον πλούτο, την επαγγελματική μας αποκατάσταση και σταδιοδρομία την αδικία που γίνεται εις βάρος μας, «μή έαυτούς εκδικούντες, αλλά διδόντες τόπον τη οργή» (Ρωμ. ιβ’ 19), δηλαδή μή ζητώντας εκδίκηση, αλλά αφήνοντας το ζήτημα στον Θεό, ο Όποίος θα αποδώσει το δίκαιο ώς πάνσοφος παιδαγωγός.

Το «παραθώμεθα» σημαίνει ακόμη να εμπιστευθούμε την πραγματοποίηση των ονείρων και επιδιώξεών μας στην πρόνοια του Θεού. Τις επιλογές και τα διλήμματά μας και γενικά όλόκληρη τη ζωή μας να τη διευθετούμε και να τη ρυθμίζουμε με βάση το θέλημα του Θεου και όχι το δικό μας.

Να προσθέσουμε και το εξής: Πρέπει να εμπιστευθούμε στον Κύριο όχι μόνο το παρόν και το μέλλον, αλλά και το παρελθόν μας. Τα λάθη και τα παραστρατήματα του παρελθόντος να τα ρίξουμε στην άβυσσο των θείων οικτιρμών μέσω του Μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Ο ψάλτης απαντά στη σχετική λειτουργική προτροπή εκ μέρους όλων μας: «Σοί, Κύριε». Δηλαδή: Σ’ Εσένα, Κύριε. Σ’ Εσένα εμπιστευόμαστε τα πάντα, σ’ Εσένα αφιερώνουμε ολόκληρη την ύπαρξή μας.

Ο λόγος αυτός, που αποτελείται από μόλις δύο λέξεις, έχει ιδιαίτερο βάρος και οφείλουμε να τον ακούμε όχι με επιπόλαιη διάθεση, αλλά να βγαίνει μέσ’ απ’ την καρδιά μας με συνοχή, με πόθο, με ειρηνική ένταση. Διότι αποτελεί βαρυσήμαντη υπόσχεση. Συνιστά ανακαθιέρωση στον Κύριο…

Από την απάντηση αυτή, αλλά και από την όλη σύντομη ερμηνεία της προηγηθείσας λειτουργικής προτροπής συνειδητοποιούμε πόσο στενή είναι η σχέση λατρείας και ζωής, πόσο η αγία ζωή βοηθεί στην ειλικρινή λατρεία και το αντίστροφο. Επιπλέον μας παρέχεται το καλύτερο φάρμακο για το άγχος και την ανασφάλεια, μας αποκαλύπτεται το μυστικό για την ειρήνη της ψυχής μας, για μια πραγματικά ανώτερη ποιότητα ζωής.

Ωστόσο πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η παράθεση των πάντων στα χέρια του Κυρίου δεν ισοδυναμεί με παθητική παράδοση στο τυφλό πεπρωμένο, με μοιρολατρική στάση ζωής ούτε είναι κάτι που κατορθώνεται εύκολα. Απεναντίας, για να επιτευχθεί ώς εσωτερική στάση, απαιτεί σκληρό ισόβιο αγώνα. Η πίστη για να είναι ζωντανή, αληθινή, ειλικρινής, θαυματουργή, είναι ανάγκη να δοκιμασθεί στην κάμινο της εφαρμοσμένης υπακοής στο θέλημα του Θεού· συνεπάγεται τη θυσία του αμαρτωλού εγώ, απαιτεί τέλεια αυταπάρνηση.

«Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Το βίωμα αυτό της πίστεως συνιστά ανώτερη εμπειρική σοφία. Ποιός θα φανεί άξιος να του τη χαρίσει το Άγιο Πνεύμα;

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *