Αγαπήστε το Ψαλτήρι (αρχ. Λαυρέντιος Γρατσίας)

Ἀγαπῆστε τὸ  Ψαλτήρι

αρχ. Λαυρέντιος Γρατσίας

ΣΑΝ χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ἔχουμε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μελετοῦμε τὴν ἁγία Γραφὴ. Σὺνήθως ὅμως, λέγοντας μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς, περιοριζόμενα στὴν Καινὴ Διαθήκη. Θὰ πῆ κανεὶς:

-Κάτι είνε κι αὐτὸ δὲν εἶσαι εὐχαριστημένος;

Ἀσφαλῶς, ἀπὸ ἐκείνον ποῦ δὲν μελετᾶ καθόλου ἁγία Γραφὴ καλύτερος είνε ἐκεῖνος ποῦ μελετᾶ ἔστω τὴν Καινὴ Διαθήκη, ποῦ περιέχει ἄλλωστε τὴν τελεία καὶ ὑψηλοτέρα ἀποκάλυψι τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Στην πραγματικότητα ὅμως αὐτὸς ποῦ ἀπὸ ἐπιπολαία ἐντύπωσι ἢ ἄλλη αἰτία ἀρκεῖται νὰ μελετᾶ μόνο τὴν Καινὴ καὶ παραλείπει τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, δὲν γνωρίζει ὅλη τὴν ἁγία Γραφὴ, ἔχει ἐλλιπὴ γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, χωλαίνει στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Πολλὰ θεμελιώδη πράγματα λέγονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποῦ είνε τὸ πρῶτο καὶ στοιχειῶδες μέρος τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Αὐτὰ θεωροῦνται πλέον γνωστά, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐπαναλαμβάνονται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ ὁποία τὰ προϋποθέτει. Αὐτὴ είνε ἡ αἰτία ποῦ πολλὲς φορὲς διαβάζουμε Καινὴ Διαθήκη ἀλλὰ δὲν τὴν καταλαβαίνουμε αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἀγνοοῦμε θεμελιώδη πράγματα. Είνε σὰν νὰ θέλη ἕνα παιδὶ νὰ ἔγγραφη ἀπ’ εὐθείας στὸ λύκειο ἢ καὶ στὸ πανεπιστήμιο, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχη περάσει ἀπὸ τὸ δημοτικὸ καὶ τὸ γυμνάσιο.

Βέβαια ὅλα οςα λέει ἡ Π. Διαθήκη δὲν ἰσχύουν σήμερα. Ένα μεγάλο ὅμως μέρος τῆς ἰσχύει. Ὅπως λέει ὁ π. Αὐγουστίνος, ἡ ὕλη τῆς Π. Διαθήκης διαιρεῖται σὲ τρία μέρη: α) στὸ καταργούμενον, ὅπως είνε λ.χ. τὰ τῆς λατρείας (θυσίες, ἑορτές), ἡ περιτομή, οἱ βαπτισμοὶ καὶ καθαρμοὶ μὲ νερὸ κ.ά., ποῦ τώρα ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ λατρεία καὶ τὴν τελεία θυσία τοῦ Χριστοῦ· β) στὸ τελειούμενον, αὐτὰ δηλαδὴ ποῦ τελειοποιοῦνται, ὅπως είνε λ.χ. τὸ «Οὐ φονεύσεις» ποῦ ἔγινε Μὴ ὀργισθῆς «τῷ αδελφὼ σοῦ είκη» (Ματθ. 5,21-22), τὸ «Οὐ μοιχεύσεις» ποῦ ἔγινε Μὴ κοιτάξης γυναίκα «πρὸς τὸ επιθυμήσαι αὐτὴν» (αυτ. 27-28), τὸ «Οὐκ επιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίω τοὺς ὅρκους σοῦ» ποῦ ἔγινε «Μὴ ομόσαι ὅλως» (αυτ. 33-34), τὸ «Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ όδόντος» ποῦ ἔγινε  «Ὅστις σὲ ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτὸ καὶ τὴν ἄλλην» (αυτ. 38-39), κ.ά.: καὶ γ) στὸ μένον, ὅπως είνε λ.χ. ὁ ὑπόλοιπος δεκάλογος, τὰ ποιητικὰ καὶ διδακτικὰ βιβλία καὶ οἱ προφητεῖες, ποῦ ἰσχύουν σχεδὸν απαραλλάκτως καὶ σήμερα.

Μεταξὺ τῶν διδακτικῶν καὶ ποιητικῶν βιβλίων, ποῦ ἰσχύουν κατὰ μέγα μέρος αὐτούσια καὶ απαράλλακτα καὶ ἡ μελέτη τοὺς είνε ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία, κορυφαῖο ἔρχεται τὸ βιβλίο Ψαλμοὶ ἢ Ψαλτήριον. Ὅσοι τὸ γνώρισαν καὶ τὸ μελέτησαν μία φορὰ, ἐπανέρχονται καὶ τὸ ξανὰ μελετοῦν ακαταπαύστως. Γιὰ οςους δὲν τὸ ἔχουν γνωρίσει καὶ δὲν τὸ ἔχουν μελετήσει, θὰ ποῦμε ἐδῶ λίγα λόγια.

Ἀπὸ ποῦ πῆρε τὸ ὄνομὰ τοῦ τὸ βιβλίο

Ἀπὸ τὰ ἀρχαία ἤδη χρόνια οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνο τραγουδοῦσαν μὲ τὴ φυσικὴ τοὺς φωνή, ἀλλὰ καὶ συνόδευαν τὸ τραγούδι τοὺς μὲ ἤχους μουσικῶν ὀργάνων ποῦ κατασκεύαζαν. Στα ἀρχαία κείμενα ἀναφέρονται πολλὰ ὄργανα, ποῦ διαιροῦνται σὲ τρεῖς κατηγορίες: κρουστά, ἔγχορδα καὶ πνευστά. Ἔχουμε ὅλοι λίγο – πολὺ μιὰ ἰδέα πὼς λειτουργοῦν τὰ κρουστὰ (λ.χ. τὸ τύμπανο) ἢ τὰ πνευστὰ (λ.χ. ἡ σάλπιγγα). Τα ἔγχορδα, ὅπως τὸ λέει καὶ ἡ λέξι, ἔχουν τεντωμένες χορδές, τὶς ὁποῖες κτυπούσαν ἀγγίζοντὰς τες μὲ τὸ δάκτυλο ἢ τὸ νύχι. Ἡ χορδὴ μὲ τὸ ἄγγιγμα αὐτὸ ἀρχικὰ τεντώνεται, κι ὅταν μετὰ ἀφήνεται ἐλεύθερη κάνει παλμικὲς κινήσεις ποῦ παράγουν μουσικὸ ἦχο. Το άγγίζω οἱ ἀρχαῖοι τὸ ἔλεγαν ψάω ἢ ψαύω.

Τι σχέση ἔχουν τώρα αὐτὰ μὲ τὸ θέμα μᾶς; Ἔχουν· διότι καὶ ἡ ἁγία Γραφὴ, ἰδίως ἡ Π. Διαθήκη, ἀναφέρει ὀνόματα μουσικῶν ὀργάνων καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν κατηγοριῶν. Μεταξὺ δὲ τῶν ἐγχόρδων ὀργάνων, ποῦ ἀναφέρει, ἔι ποῦ λέγεται ψαλτήριον. Ἑπομένως λέγοντας ψαλτήριον κατ’ ἀρχὴν ἐννοοῦμε τὸ ἔγχορδο μουσικὸ ὄργανο, μὲ τὸ ὁποῖο οἱ Ἰσραηλίτες συνὼδευαν τὰ θρησκευτικὰ ἢ καὶ ἄλλα ἄσματὰ τούς. Στο ἴδιο τὸ βιβλίο γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε, δηλαδὴ στοὺς Ψαλμούς, ὁ συνθέτης λέει: Θὰ σὲ ὑμνῶ, Κύριε, «ἐν δεκαχόρδω ψαλτηρίω μετ’ ὠδῆς ἐν κιθάρα» (91,4). Ἀπὸ ἐδῶ μαθαίνουμε, ὅτι τὸ ψὰλτήριο εἶχε δέκα χορδές, καὶ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ συνθὲτῆς τῶν στίχων ἦταν συγχρόνως καὶ μελουργὸς ποῦ έφτειαχνε τὴ μουσικὴ καὶ τραγουδιστὴς ποῦ τὸ ἔλεγε μὲ τὴ φωνὴ τοῦ καὶ ὀργανοπαίκτης ποῦ τὸ συνόδευε μὲ τὸ παίξιμο τοῦ ὀργάνου (γιὰ περισσότερα βλ. Αρ. Μακεδόνος, Μουσικὴ καὶ χορὸς στὸ βιβλικὸ κόσμο, περιοδ. «Σάλπιγξ Ὀρθοδοξίας» 1994, σελ. 110, 183, 234 καὶ 318).

Ἔτσι ἀπὸ τὸ ψάω ἢ ψαύω, ποῦ σημαίνει κρούω τὶς χορδές, ἔγινε ἔπειτα τὸ ρῆμα ψάλλω. Έν συνεχεία ἀπὸ τὸ ψάλλω ωνομάσθηκε τὸ μουσικὸ ὄργανο ψαλτήριον. Καὶ τέλος ἀπὸ τὸ μουσικὸ ὄργανο ψαλτήριον ωνομάσθηκε τὸ βιβλίο μᾶς Ψαλμοὶ ἢ Ψαλτήριον καὶ στὴν ἁπλὴ γλῶσσα Ψαλτήρι.

Ποιὸς ἔγραψε τὸ Ψαλτήρι;  

Το Ψαλτήρι είνε μία συλλογὴ ἀπὸ 150 ψαλμούς. Ἐκτὸς ἀπὸ δύο ψαλμούς, τὸν 1ο καὶ τὸν 2ο, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔχουν ἐπιγραφές, ποῦ δηλώνουν διάφορα στοιχεῖα κάθε ψαλμοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ποιὸς είνε ὁ δημιουργὸς τοῦ. Στους πιὸ πολλοὺς ψαλμοὺς ἀναφέρεται ὡς δημιουργὸς τοὺς ὁ Δαυΐδ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ Δαυΐδ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα καὶ ἄλλων. Ἀναφέρουν λ.χ. οἱ ἐπιγραφὲς τοὺς υἱοὺς Κορὲ (41ος – 48ος, 83ος – 84ος, 86ος – 87ος), τὸν Άσὰφ (49ος, 72ος – 82ος), τὸν Αιθὰν (88ος), τὸ Μωύση (89ος), τὸν Άγγαίο καὶ τὸ Ζαχαρία (145ος – 148ος), ἢ ἄλλες αποσιωποὺν τὸν συντάκτη (65ος, 91ος, 99ος, 101ος, 104ος – 106ος, 110 – 135ος, 149ος – 150ος). Σύμφωνα μ’ αὐτά, ὄχι ἕνας, ὁ Δαυΐδ, ἀλλὰ πολλοὶ είνε οἱ ποιηταὶ τοῦ βιβλίου τῶν Ψαλμῶν.

Ἐν τούτοις ἐπικρατεῖ γενικὰ ἡ ἄποψις, ὅτι συνθέτης ὅλου τοῦ Ψαλτηρίου είνε ὁ πρὸ καὶ βασιλεὺς Δαυΐδ. Ὄχι δὲ μόνο στοὺς ἁπλοὺς πιστούς. Καὶ ὁ σοφὸς ἅγιος Αὐγουστῖνος «ἀπέδιδε στὸ Δαυΐδ καὶ τοὺς 150 ψαλμούς, ἀκόμη καὶ αὐτοὺς ποῦ φέρονται μὲ τὸ ὄνομα μεταγενεστέρων προφητῶν. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ἐπ’ αὐτοῦ: Το προφητικὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἒμπνεόταν ὁ ἐν λόγω ἡγεμόνας, μπόρεσε νὰ ἀπὸκαλύψη σ’ αὐτὸν τὰ ὀνόματα τῶν μελλόντων ἐκεῖνων προφητῶν καὶ νὰ τοῦ ἐμπνεύση προφητικοὺς ὑπαινιγμοὺς σχετικοὺς μὲ τὴν προσωπικότητὰ τους» (αρχιμ. Ειρηναίου Ι. Χατζηευφραιμίδου δ.θ., Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος καὶ οἱ Ψαλμοί, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 2-3). Την ἴδια γνώμη βρίσκουμε καὶ στὸ μεγάλο ἔργο τοῦ μοναχοῦ Εύθυμίου Ζιγαβηνοὺ «Ἑρμηνεία εἰς τοὺς PN’ ψαλμοὺς τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ», ποῦ μετέφρασε καὶ ἐπιμελήθηκε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ εξέδωκε γιὰ πρώτη φορὰ ἡ σπουδαία κοινωφελὴς καὶ ἐθνωφελὴς ἀδελφότης τῶν Ζωσιμάδων, μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ γένους. Σήμερα τὸ ἔργο αὐτὸ κυκλοφορεῖ σὲ σύγχρονη τρίτομη καλαίσθητη ἔκδοση ἀπὸ τὴν «Ὀρθόδοξο Κυψέλη» τῆς Θεσσαλονίκης. Σ’ αὐτὸ μὲ ἐπιχειρήματα οἱ δύο σοφοὶ ἄνδρες, συγγραφεὺς καὶ μεταφραστὴς, ὑποστηρίζουν, ὅτι καὶ οἱ 150 ψαλμοὶ ἀνήκουν στὸ Δαυΐδ, τὰ δὲ ἄλλα ὀνόματα ποῦ ὁποίους ἐψάλλετο ὁ κάθε ψαλμὸς: «Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ μὲν έποιήθησαν, εἰς τούτους δὲ μὲ ξεχωριστον τρόπον ἐδόθησαν διὰ νὰ ψαλθοῦν» (βλ. τόμ. Α’, Θεσσαλονίκη 19792, σελ. 13-18).

Καὶ ποιὸς είνε ὁ Δαυΐδ; Είνε ὁ γνωστὸς μᾶς γυιὸς τοῦ Ιεσσαί, ὁ μικρότερος ἀπ’ τὰ παιδιὰ τοῦ, ποῦ ἀπὸ τὸ κοπάδι τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου Σαμουὴλ γιὰ νὰ τὸν χρίση καὶ νὰ τὸν ἀναδείξη βασιλέα, ἀφοῦ προηγουμένως τὸν ἐκπαίδευσε καὶ τὸν προετοίμασε καταλλήλως. Κοντὰ στὰ ἄλλα χαρίσματα τὸν εἶχε προικίσει ὁ Θεὸς καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς μουσικῆς, μὲ τὸ ὁποῖο παρηγοροῦσε τὸ Σαοὺλ καὶ ὑμνοῦσε τὸν Κύριο.

Πὼς διαιρεῖται καὶ τὶ περιέχει 

Τα 150 ὑπέροχα αὐτὰ θρησκευτικὰ ποιήματα τὰ ἔψαλλαν σὲ διάφορες περιστάσεις οἱ Ἰσραηλῖτες καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στὸ ναὸ κατὰ τὴ λατρεία τούς. Όλη ἡ συλλογὴ διαιρεῖται ἤδη ἀπὸ τὴν παλαιὰ διαθήκη, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ σχηματίσθηκε, σὲ 5 μικρότερα βιβλία

                                                           α’. ψαλμοὶ 1-40

                                                           β’. ψαλμοὶ 41-71

                                                           γ’. ψαλμοὶ 72-88

                                                           δ’. ψαλμοὶ 89-105 καὶ

                                                           ε’. ψαλμοὶ 106-150.

Ἐκεῖ ποῦ τελειώνει τὸ κάθε βιβλίο ὑπάρχει μία δοξολογία, μὲ τὴν ὁποία κλείνει τὸ βιβλίο: π.χ. «Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο, γένοιτο» (40,14· βλ. καὶ 71,18-19· 88,53· 105,48 καὶ ὁλόκληρος ὁ 150ος ψαλμός). Στην περίοδο τῆς καινῆς διαθήκης, ποῦ τὸ Ψαλτήριο ἔγινε λειτουργικὸ βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας, διαιρέθηκε σὲ 20 μικρότερες ἑνότητες, ποῦ λέγονται καθίσματα:

α’. ψαλμοὶ 1-8

β’. ψαλμοὶ 9-16

γ’. ψαλμοὶ 17-23

δ’. ψαλμοὶ 24-31

ε’. ψαλμοὶ 32-36

στ’. ψαλμοὶ 37-45

ζ’. ψαλμοὶ 46-54

ἡ’. ψαλμοὶ 55-63

θ’. ψαλμοὶ 64-69

ι’. ψαλμοὶ 70-76

ια’. ψαλμοὶ 77-84

ιβ’. ψαλμοὶ 85-90

ιγ’. ψαλμοὶ 91-100

ιδ’. ψαλμοὶ 101-104

ιε’. ψαλμοὶ 105-108

ιστ’. ψαλμοὶ 109-117

ιζ’. ψαλμοὶ 118

ιη’. ψαλμοὶ 119-133

ιθ’. ψαλμοὶ 134-142 καὶ

κ’. ψαλμοὶ 143-150.

Ὅπως γράφει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Παναγιώτης Τρεμπέλας στὸ ἔργο τοῦ «Το Ψαλτήριον μετὰ συντόμου ἑρμηνείας», «ὡς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον διαπραγματεύονται οἱ Ψαλμοί, θὰ ήδύνατο τοῦτο νὰ συνοψισθῆ εἰς τὴν φράσιν ο Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος κατενώπιον τοῦ Θεού» (Ἀθῆναι 1955, σελ. 9). Ὁ δὲ ἐπίσης ἀείμνηστος αρχιμ. π. Ιωὴλ Γιαννακόπουλος στὸ σχετικὸ ὑπόμνημα τοῦ πολυτόμου ἔργου τοῦ «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ὁ’ – ἑρμηνευτικὴ παράφρασις, εἰσαγωγή, σχόλια» (έκδ. Δ’ «Λυδίας», Θεσσαλονίκη 1986) σημειώνει: «Ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἰδοὺ μὲ δύο λέξεις τὸ περιεχόμενον τῶν Ψαλμῶν. Ὁ Θεὸς μὲ ὅλην τὴν μεγαλοπρέπειὰν Του, τὸ ἔλεὸς Του, τὴν δικαιοσύνην Του, τὴν ἀγάπην Του, τὴν μακροθυμίαν Του, καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ ὅλην τὴν σμικρότητὰ τοῦ, τὴν ἀθλιότητὰ τοῦ, τὰς ἀπιστίας τοῦ, τὴν συναίσθησιν τοῦ Θεοῦ τοῦ». Σχεδὸν ὅλοι οἱ ψαλμοὶ ἀρχίζουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοι τὸν εὐχαριστοῦν γιὰ τὶς δωρεὲς τοῦ, ἄλλοι ὑμνοῦν τὰ μεγαλεῖα καὶ τὴν τελειότητὰ τοῦ, ἄλλοι ἐκφράζουν ἀγανάκτηση κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ λαοῦ τοῦ, ἄλλοι περιέχουν ἀναστεναγμοὺς καὶ θρήνους γιὰ βάσανα καὶ περιπέτειες, ἄλλοι ἐκφράζουν μετάνοια γιὰ ἁμαρτίες καὶ παραβάσεις, ἄλλοι ὑμνοῦν τὸ νόμο τοῦ Κυρίου, ἄλλοι παρουσιάζουν τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς καὶ τ’ ἀναθέτουν στὴν θεία πρόνοια. Ὑπάρχουν ψαλμοὶ δεήσεως, εὐχαριστίας, δοξολογίας: ψαλμοὶ μετανοίας, ψαλμοὶ διδακτικοί, ψαλμοὶ ἱστορικοί, ψαλμοὶ προφητικοὶ καὶ ἰδιαιτέρως χριστολογικοί, πού ἀναφέρονται στὸ πάθος καὶ στὴ δόξα τοῦ Μεσσία (σελ. 9-10).

Βιβλίο ποιητικὸ καὶ μουσικὸ 

Ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς ἔγραψαν καὶ ἄφησαν ἔργα ὄχι μόνο πεζὰ ἀλλὰ καὶ ποιητικά. Ἔτσι οἱ Ἕλληνες φὲρ’ εἰπεῖν δὲν ἔχουν μόνο φιλοσοφικὰ ἤ ἱστορικὰ ἤ ρητορικὰ ἔργα (λ.χ. τὸ Συμπόσιον τοῦ Πλάτωνος, ἡ Ἱστορία τοῦ Θουκυδίδου, ὁ Ἐπιτάφιος τοῦ Περικλέους κ.ά.), ἀλλ’ ἔχουν καὶ ποιητικὰ (λ.χ. ἡ Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου ἤ οἱ τραγωδίες τῶν ποιητῶν Προμηθεὺς τοῦ Αἰσχύλου, Οἰδίπους τοῦ Σοφοκλέους, Ἰφιγένεια τοῦ Εὐριπίδου κ.ά.). Ἄλλο είνε τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ ὕφος τῶν πεζῶν καὶ ἄλλο τῶν ποιητικῶν. Στα πεζὰ ὑπάρχει περισσότερο σκέψι, λογική, ἐπιστήμη στὰ ποιητικὰ ὑπάρχει περισσότερο συναίσθημα, ἐνθουσιασμός, συγκίνησι. Το ἴδιο λοιπὸν συμβαίνει καὶ στοὺς Εβραίους. Ἡ Π. Διαθήκη μέσα στὰ 49 βιβλία πού περιλαμβάνει ἔχει καὶ πεζά, ὅπως είνε τὰ ἱστορικὰ (Γένεσις, Ἰησοῦς τοῦ Ναυή, Βασιλειῶν κ.τ.λ.), ἔχει καὶ ποιητικά, ὅπως είνε τὰ λεγόμενα διδακτικὰ (Ἰώβ, Ἆσμα ἀσμάτων κ.ά.). Στα ἱστορικὰ ἔχουμε ἀφήγησι γεγονότων, ἔκθεση περιστατικῶν, παρουσίαση πεπραγμένων, πού γίνεται μὲ ἠρεμία καὶ νηφαλιότητα. Στα διδακτικὰ ἔχουμε διαπαιδαγώγησι, νουθεσία, προσπάθεια φρονηματισμοῦ, πού γίνεται μὲ τόνο ἄλλοτε ἔντονο καὶ συγκλονιστικὸ καὶ ἄλλοτε γλυκὺ καὶ παρήγορο.

Ὁ ποιητικὸς λόγος είνε βέβαια χάρισμα καὶ τέχνη ώρισμένων ἀνθρώπων. Ἡ ποίησις δημιουργεῖται, ὅπως μποροῦμε ὅλοι περίπου νὰ καταλάβουμε, μὲ τὴν ἔμμετρη χρησιμοποίησι καταλλήλων νοημάτων καὶ λέξεων. Στην ἀρχαιότητα τὰ ποιήματα ἐβασίζοντο πιὸ πολὺ στὸν ἀριθμὸ καὶ στὴν ἐναλλαγὴ τῶν συλλαβὼν, μακρῶν καὶ βραχειῶν ἤ τονιζομένων καὶ ἀτόνων. Ἔτσι ἔχουμε τὸ λεγόμενο μέτρο, πού κάνει τὸ λόγο έμμετρο. Ἀργότερα βέβαια καὶ ποιητικὸς λόγος βασίζεται ὄχι μόνο στὸν ἀριθμὸ τῶν συλλαβὼν ἀλλὰ καὶ στὴν ὁμοιοκαταληξία τῶν στίχων. Πάντοτε ὅμως ἡ ποίησις βρίσκεται κυρίως στὸ ὕψος τῶν νοημάτων. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ ποίησις τῆς ἁγίας Γραφῆς ὑπερτερεῖ· διότι ἔχει ὄχι ἁπλῶς ὑψηλὰ ἀλλὰ θεόπνευστα νοήματα. Ἔχει ὅμως καὶ ἄλλα λογοτεχνικὰ στοιχεῖα, ὅπως οἱ στίχοι, οἱ στροφὲς καὶ οἱ ἀκροστιχίδες, καὶ κάτι πού δὲν τὸ συναντᾶ κάνεις ἀλλοῦ: αὐτὸ είνε ὁ λεγόμενος παραλληλισμὸς τῶν μελῶν καὶ ἰδίως ὁ συνωνυμικὸς παραλληλισμός, δηλαδὴ τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἴδιο νόημα μὲ διαφορετικὲς λέξεις καὶ νᾷ ἔχουμε δύο παράλληλες ἐκφράσεις. Νᾷ μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸ βιβλίο ποῦ ἐξετάζουμε:

«Ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτοὺς, (ενν. τοὺς ἀσεβεῖς)

καὶ ὁ Κύριος εκμυκτηριεὶ (=θα περιγελάσῃ) αὐτοὺς» (2,4).

«Ἀπηλλοτριωμένος (=αποξενωμένος) ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μοῦ

καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρὸς μοῦ» (68,9).

«Ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ (=το κακὸ ποῦ ἔκανε) εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ,

καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται» (7,17).

Το βιβλίο τῶν Ψαλμῶν βρίσκεται στὴν κορυφὴ τῶν ποιητικῶν βιβλίων ὄχι μόνο τῆς ἁγίας Γραφῆς ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς παγκοσμίου ποιήσεως. Τα ποιητικὰ ἔργα τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν ἄλλων λαῶν, παλαιότερα καὶ νεώτερα, δὲν μποροῦν νᾷ συγκριθοῦν μαζὶ τοῦ. Σ’ ἐκεῖνα ἡ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου μένει μόνη τῆς καὶ ἐκφράζεται ἀνθρώπινα. Καὶ εἴθε νᾷ ἦταν πάντοτε μόνη τῆς. Γιατὶ ἔρχονται καὶ στιγμὲς ποῦ παραδίδεται κυριολεκτικῶς στοὺς δαίμονες καὶ στῇ λατρεία τούς, στὰ πάθη καὶ στὴν κυριαρχία τοὺς καὶ τότε ὑμνεῖ ἐπίγεια πράγματα, ἐφήμερα κάλλη, ἁμαρτωλὰ θέλγητρα, άθλιότητες καὶ αἴσχη. Τότε τὸ λογοτεχνικὸ καὶ τὸ ποιητικὸ χάρισμα γίνεται ὄργανο καταπτώσεως καὶ δύναμις διαφθορὰς. Το Ψαλτήρι ἀντιθέτως είνε βιβλίο τῆς φιλοθέου καρδίας. Ἡ καρδίᾳ τοῦ θεοπνεύστου συγγραφέως τοῦ, τοῦ προφητάνακτος Δαυΐδ, γίνεται αἰθέριο ὄργανο καὶ ἐξαίσια λύρα, ποῦ τὶς χορδὲς τῆς πλήττει τὸ πανάγιο Πνεῦμα καὶ τὴν κάνει νᾷ ἐκπέμπη οὐράνια ἁρμονία. Τα λόγια τοῦ κατανύσσουν, σταλάζουν γλυκύτητα καὶ παρηγοριὰ, ὑψώνουν σὲ παραδείσια ὕψη τὸν καθένα ποῦ τὰ μελετᾶ καὶ τὰ προφέρει μὲ πίστι καὶ εὐλάβεια.

Ἐπικρατεῖ βέβαια κ’ ἐδῶ τὸ συναίσθημα καὶ ἡ συγκίνησι. Ἀλλ’ ὄχι ὅπως στὰ ἀσυγκράτητα ὄργια καὶ στὶς ἀπρέπειες τῶν λατρευτῶν τοῦ Βάκχου καὶ τοῦ Διονύσου ἢ στὶς θρηνώδεις κραυγὲς τῶν ἄλλων ποῦ κατέκοβαν τὶς σάρκες τοὺς θέλοντας νᾷ δείξουν τὸ πένθος γιὰ κάποιο θεὸ τοὺς ποῦ πεθαίνει. Ἐδῶ τὰ συναισθήματα είνε κόσμια, σεμνά, ἅγια καὶ ἡ συγκίνησις ἱερά. Οἱ ὄψεις τῶν  ψαλλόντων καὶ τῶν ἀκουόντων, άλλοιώνονται μὲ θεῖο τρόπο καὶ οἱ ψυχὲς μεταρσιώνονται.

Όπως λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «καὶ ἡ ἑβραϊκὴ (ποίησις) εἶχε τέχνην τινὰ στιχουργικῆς, τῆς ὁποίας τὰ ποιήματα ἦταν νοστιμώτερα καὶ γλυκύτερα εἰς τὸ αὐτὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα πεζὰ ἑβραϊκὰ» (σελ. 30-31). Μαζὶ δὲ μὲ τὴ χάρι, ποῦ προσφέρει ὁ ἔμμετρος ποιητικὸς λόγος τοῦ Ψαλτηρίου, ἔρχεται καὶ ἡ μουσικὴ ποῦ τὸν συνοδεύει. Τέρπει κι αὐτὴ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μάλιστα τὸν νεώτερο καὶ λιγότερο σταθερό. Ένα δεῖγμα αὐτῆς τῆς τέρψεως ἔχει κανεὶς στὴ μουσικὴ σύνθεσι καὶ ἐκτέλεσι μὲ τίτλο «Ψαλτήριον τερπνὸν» τῆς ί. μονῆς Σίμωνος Πέτρας, ποῦ ἔγινε τὰ τελευταία χρόνια. «Ὅλοι εἰς τὰς μελωδίας γλυκαίνονται», παρατηροῦν ὁ Ευθύμιος Ζιγαβηνὸς καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος: «δία μέσου γὰρ τοῦ μέλους καρφώνεται ὡσὰν μὲ περόνην εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀκουόντων Χριστιανῶν ἢ ἀπὸ τῶν Ψαλμῶν ὠφέλεια. Καὶ τὴν αὐστηρότητα ὅπου ἔχουν αὐτὰ καθ’ εαυτὰ τὰ πνευματικὰ ἰατρικά, ἤγουν τὰ νοήματα τοῦ Ψαλτηρίου χωρὶς μέλους προφερόμενα, τὰ αὐστηρά, λέγω, ταῦτα πικρὰ ἰατρικὰ τὰ γλυκαίνει ὡσὰν μὲ μέλι ἢ μελωδία καὶ ἔτσι τὰ κάμνει εύκολοπαράδεκτα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς. Διατὶ φυσικὼ τῷ τρόπω κάθε πράγμα ὅπου προξενεῖ χαρὰν (ὅποιον εἶναι καὶ τὸ μέλος) γλυκέως έμβαίνει μέσα εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας καὶ στερεώτερον γίνεται» (σελ. 34). Ἄλλωστε καὶ ὁ διάβολος μὲ τὴν ἄσεμνη μουσικὴ δὲν παρασύρει τὸν κόσμο καὶ μάλιστα τὴ νεολαία στὴν ἀπώλεια; Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε μὲ τὴν εὐλαβὴ μελωδία νὰ ἑλκύεται ὁ ἄνθρωπος στὴ σωτηρία. Τέλος ἢ μελωδία, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, καλλιεργεῖ καὶ τὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν: «Το μέλος, καθὼς ἑνώνει τὰς γλώσσας τῶν ψαλλόντων εἰς μίαν συμφωνίαν, έτσι παρομοίως ἑνώνει καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν… Ποῖον ἄλλο εἶναι τόσον πολλὰ ἀναιρετικῶν τῆς ἔχθρας καὶ πρόξενος τῆς φιλίας, καθὼς εἶναι τὸ κοινὸν ἄσμα καὶ ψάλσιμον, ὅπου προσφέρεται εἰς τὸν Θεὸν ἐν τὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν κάθε ἕνα Χριστιανῶν καὶ ἀπὸ ὅλους όμου τοὺς Χριστιανοὺς;» (ὲνθ’ άνωτ. σελ. 34-35).

Ὄργανα στὴ λατρεία;  

Στο σημεῖο αὐτὸ καλὸ είνε ν’ ἀπαντήσουμε σὲ κάποια παρεξήγησι. Πολλοί, λησμονώντας ὅτι βρισκόμαστε στὴν περίοδο τῆς καινῆς διαθήκης, ποῦ ἡ λατρεία ἔχει ὑψωθῆ στὸ ὕψος τῆς τελειότητος ἐν συγκρίσει μὲ τὸ ἀτελὲς ἐπίπεδο λατρείας τῆς παλαιὰς διαθήκης, παίρνουν αὐτούσιες μερικὲς ἐκφράσεις τοῦ Ψαλτηρίου, ἰδίως αὐτὲς πού κάνουν λόγο γιὰ τὰ χρησιμοποιούμενα τότε μουσικὰ ὄργανα, καὶ θέλουν νὰ στηρίξουν σ’ αὐτὲς κάποια καινοτομία. «Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἠχῶ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίων καὶ κιθάρα αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνω καὶ χορῶ, αἰνεῖτε αὐτὸν ὲν χορδαὶς καὶ οργάνω: αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλους ευήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ» (150,3-5). Δὲν ἀκοῦτε, λένε, πόσα ὄργανα ἀναφέρει τὸ Ψαλτήρι ὅτι χρησιμοποιοῦσαν τότε στὴ λατρεία; γιατὶ κ’ ἐμεῖς νὰ μὴν τὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ πάλι σήμερα, γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὸν κόσμο στὴν Ἐκκλησία; Ἡ καινοτομία λοιπὸν είνε, ὅτι θέλουν νὰ εἰσαγάγουν μουσικὰ ὄργανα στὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὶ ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε;

Καλὰ τὰ ὄργανα, ἀλλὰ ἡ χρήση τοὺς ἔχει ταυτισθῆ μὲ τὴν κοσμικὴ μουσική. Τα ἑλληνικὰ καὶ τὰ ξένα τραγούδια, τὰ κλασσικὰ καὶ τὰ ἐλαφρά, τὰ λαϊκὰ καὶ δημοτικά, τὰ μοντέρνα καὶ τὰ παραδοσιακά, χρησιμοποιοῦν ἤδη ὅλα τὰ ὄργανα Το ἄκουσμα ὁποιασδήποτε ὀρχήστρας είνε συνυφασμένο μὲ τὸν ἐκτὸς τοῦ ναοῦ χῶρο, καὶ ἐκεῖ μεταφέρει αὐτομάτως τὸν ἀκροατὴ. Έπιχειρώντας νὰ εἰσαγάγη κανεὶς ὄργανα στὴν ὀρθόδοξο λατρεία μεταφέρει μέσα στὴν Ἐκκλησία στοιχεῖα τῆς μουσικῆς τοῦ κόσμου, τοῦ θεάτρου καὶ τῶν κέντρων διασκεδάσεως. Δὲν ταιριάζουν οἱ δύο κόσμοι. Γι’ αὐτό, ἂν κάποτε συμβῆ νὰ φθάση κατὰ λάθος στ’ αὐτιὰ τῶν ἐκκλησιαζομένων ὁ ἦχος κάποιου ραδιοφώνου, τοὺς προκαλεῖ ταραχή. Όταν σὲ πανηγύρια ναῶν ἡ μουσικὴ πού ἀκούγεται ἀπ’ ἔξω εἰσχωρῆ μέχρι τὸ ἐσωτερικό, αὐτὸ προκαλεῖ δυσφορία. Θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι ἀκόμη κι αὐτὴ ἡ μουσικὴ τῆς μπάντας τοῦ δήμου, πού συνοδεύει καμμιὰ φορὰ τὶς λιτανεῖες, παρὰ τὴν αἴγλη πού προσδίδει, δὲν είνε ἀπόλυτα ταιριαστὴ μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ κλίμα. Πόσο μᾶλλον νὰ εἰσαχθοῦν τὰ ὄργανα καὶ μέσα στὸ ναό; Ἄλλωστε ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξις ὄχι ὄργανα ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀνθρώπινες φωνές, ὅταν είνε ἄτακτες ἤ αἰσθησιακές, δὲν ἀνέχεται (κακῶς δὲ τώρα τελευταία ώρισμένοι ψάλτες ἀνεβάζουν στὰ ἀναλόγια καὶ γυναῖκες ὡς μέλη τῶν βυζαντινῶν δυστυχῶς χορωδιῶν, πράγμα πού μέχρι τώρα ἔκαναν μόνο οἱ εὐρωπαϊσταὶ καὶ κατεκρίνοντο).

Άλλ’ οὔτε καὶ ἡ χρῆσις εἰδικοῦ, αποκλειστικὼς γιὰ τὸ ναό, ὀργάνου, ὅπως είνε τὸ λεγόμενο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο τῶν παπικῶν, είνε δρ. Μπορεῖ νὰ πλουτίζη τὸ ἄκουσμα καὶ νὰ δημιουργῆ αἰσθησιακὴ μεγαλοπρέπεια, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν κατάνυξι. Κυριαρχεί ἡ αισθησι καὶ ὄχι ἡ πίστι, κυριαρχεῖ τὸ σῶμα καὶ ὄχι τὸ πνεῦμα. Ὁ ναὸς ὅμως δὲν είνε τόπος άκουστικὴς ἀπολαύσεως, ἀλλὰ τόπος λατρείας καὶ προσευχῆς. Δὲν μπαίνουμε στὸ ναὸ γιὰ νὰ εὐχαριστηθοῦμε, ὅπως κάνουν σὲ μία αἴθουσα συναυλιῶν. Ερχόμεθα γιὰ νὰ συναντηθοῦμε μὲ τὸ Θεό, ὅπως ὁ Μωϋσὴς στὴ φλεγομένη βάτο, καὶ νὰ συνομιλήσουμε μὲ τὸν οὐρανό. Ἄλλωστε ἡ χρῆσις τοῦ λεγομένου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἤ τῶν ἄλλων ὀργάνων ἀπὸ ἄλλους ἑτεροδόξους συνιστᾶ μία ἀκόμη διαφορὰ μᾶς μ’ αὐτούς. Καὶ μόνο αὐτὸ δείχνει, ὅτι κάτι μᾶς χωρίζει, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία διαφωνεῖ μὲ τὸν τρόπο λατρείας τούς.

Ἡ ἁγνὴ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία πρέπει νὰ ἐκτελῆται μόνο ἀπὸ φυσικὲς ἀνθρώπινες φωνές, πού ταπεινὰ καὶ ευλαβικὰ θ’ ἀναπέμπουν τὸν ὕμνο τῆς ψυχῆς τοὺς στὸ Θεό. Ὁ ὀρθόδοξος ναὸς πρέπει νὰ διατηρηθῆ ὅπως τὸν ρύθμισε ἡ ὀρθόδοξος παράδοσης τῶν πατέρων μᾶς.

Μετὰ τὴν ἀναγκαία αὐτὴ παρέκβασι ἐπανερχόμεθα.

Βιβλίο ὕμνων καὶ προσευχῆς 

Δὲν θὰ κάναμε λάθος ἂν χαρακτηρίζαμε τὸ Ψαλτήριο ὡς τὸ υπεροχώτερο ὑμνολόγιο καὶ προσευχητάριο. Σχεδὸν ὅλοι οἱ ψαλμοὶ ἀρχίζουν μὲ προσφώνησι στὸν Κύριο ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο τοὺς στίχο. Ὅλα τὰ εἴδη προσευχῆς τὰ συναντᾶ κανεὶς ἐδῶ.

Ὑπάρχει δοξολογία: «Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομὰ σοῦ ἐν πάση τὴ γῆ ὅτι επήρθη ἤ μεγαλοπρέπειὰ σοῦ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. ‘Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον…» (8, 2-3). Ἡ μεγάλη Δοξολογία, πού λέγεται λίγο πρὶν τὴ θ. λειτουργία, κατὰ μέγα μέρος δὲν είνε τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἐπιλογὴ στίχων ἀπὸ διαφόρους ψαλμοὺς τοῦ Ψαλτηρίου (βλ. 32,22· 35,10-11· 40,5· 89,1· 118,12· 137,8· 142, 910· 144,2).

Ὑπάρχει εὐχαριστία. Ψαλμικὰ είνε λ.χ. τὰ λόγια ποὺ λέμε κάθε βράδυ στὴν καθιερωμένη προσευχὴ μετὰ τὸ δεῖπνο: «Έσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σοῦ, Κύριε. ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μοῦ ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν έπληθύνθησαν. ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω, ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ’ ἐλπίδι κατῴκισὰς μὲ» (4, 7-9).

Ὑπάρχει δέησις. Νᾷ ἕνα δεῖγμα ἀπὸ ἕνα ψαλμὸ: «Τὰς ὀδοὺς σοῦ, Κύριε, γνώρισὸν μοι, καὶ τὰς τρίβους σοῦ δίδαξον μέ. ὁδήγησον μὲ ἐπὶ τὴν ἀλήθειὰν σοῦ καὶ δίδαξον μέ, ὅτι σὺ εἰ ὁ Θεὸς ὁ σωτὴρ μοῦ, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν. μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σοῦ, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη σοῦ, ὅτι ἀπὸ τοῦ αἰῶνος εἰσίν. ἁμαρτίας νεότητὸς μοῦ καὶ ἀγνοίας μοῦ μὴ μνησθῇς: κατὰ τὸ ἐλεὸς σοῦ μνήσθητὶ μοῦ ἕνεκεν τῆς χρηστότητὸς σοῦ, Κύριε… Ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμὲ καὶ ἐλέησον μέ, ὅτι μονογενὴς καὶ πτωχὸς εἰμι ἐγώ. αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μοῦ ἐπληθύνθησαν ἐκ τῶν ἀναγκῶν μοῦ ἐξάγαγε μέ. ἴδε τὴν ταπείνωσὶν μοῦ καὶ τὸν κόπον μοῦ καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μοῦ. ἴδε τοὺς ἐχθροὺς μοῦ, ὅτι έπληθύνθησαν καὶ μίσος ἄδικον ἐμίσησὰν μέ. φύλαξον τὴν ψυχὴν μοῦ καὶ ρῦσαι μὲ μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ σέ… Λύτρωσαι, ὁ Θεός, τὸν Ἰσραὴλ ὲκ πασὼν τῶν θλίψεων αὐτοῦ» (24, 4-7, 16-20, 22).

Ὑπάρχει τέλος μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πασίγνωστο N’ (50ο) ψαλμό, ποὺ θεωρεῖται ὁ κατ’ ἐξοχὴν ψαλμὸς τῆς μετανοίας, κι ἄλλοι ψαλμοὶ ἐκφράζουν μετάνοια καὶ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν εἴτε ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε ὅλου τοῦ λαοῦ: «Κύριε, ἐλέησον μέ, ἴασαι τὴν ψυχὴν μοῦ, ὅτι ἥμαρτον σόι» (40,5). «Hμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, ήνομήσαμεν, ήδικήσαμεν» (105,6).

 

Βιβλίο ἱστορίας καὶ διδαχῆς 

Διδακτικὸ καὶ ποιητικὸ βιβλίο τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ περιέχει καὶ ψαλμοὺς ἱστορικούς, μὲ τοὺς ὁποίους ἀνατρέχει στὸ παρελθὸν καὶ ἀνασκοπεῖ τὴν ἐθνικὴ ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ. Δὲν είνε λίγα οὔτε μικρὰ τὰ διδάγματα, πού μπορεῖ ν’ ἀντλήση ἕνας ἄνθρωπος ἤ ἕνας λαὸς ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς ἱστορίας.

Ἄλλοτε βλέπει τὴν ἀγαθὴ πρόνοια τοῦ Κυρίου, πού διὰ μέσου τόσων ἀντιξοοτήτων ὁδηγεῖ τὸ λαὸ τοῦ στὸ γαλήνιο λιμάνι τοῦ. «Μνήσθητε τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὢν ἐποίησε», λέει ἕνας ψαλμός, ὁ 104oς, κι ἀρχίζει νὰ ὑπενθυμίζη τὴν καταγωγὴ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ (στίχ. 5-9). Κατόπιν συνεχίζει ἱστορώντας, πὼς μὲ τὴν πώληση τοῦ Ἰωσὴφ (17) βρέθηκαν στὴν Αἴγυπτο (23), πὼς τοὺς ἔστειλε ἡγέτη τὸν Μωύση (26), πὼς ἔγιναν οἱ δέκα πληγὲς (27-36) γιὰ ν’ ἀναγκασθῆ ὁ φαραὼ νὰ τοὺς ἐλευθερώση καὶ νὰ γίνη ἡ ἔξοδὸς τοὺς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο (37), καὶ τέλος πῶς τοὺς προστάτευσε, τοὺς ἔθρεψε καὶ τοὺς πότισε μέσα στὴν ἔρημο (39-41), μέχρις ὅτου, πιστὸς στὴν ὑπόσχεσὴ τοῦ (42), τοὺς ἔδωσε κληρονομία τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, χώρα πού κατεῖχαν ἄλλοι λαοὶ (44). Κλείνει δὲ ὁ 104ος ψαλμὸς βγάζοντας ἕνα δίδαγμα καὶ ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα γιατὶ ἔγιναν ὅλα αὐτά; «Ὅπως ἂν φυλάξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ, εκζητήσωσιν» (45).

Ἄλλοτε πάλι ἀναλογίζεται τὴν ἀπείθεια καὶ ἀχαριστία τοῦ εὐεργετημένου λαοῦ ἀπέναντι στὸν Κύριο. Ἔτσι ὁ ἑπόμενος ψαλμός, ὁ 105ος, λέει μὲ συναίσθηση μετανοίας γιὰ λογαριασμὸ ὄχι μόνο τῶν ζώντων ἀπογόνων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπελθόντων προγόνων: «Hμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, ήνομήσαμεν, ήδικήσαμεν» (6). Οἱ πρόγονοι στὴν Αἴγυπτο δὲν ἐξετίμησαν τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὁποία τοὺς ἐλευθέρωσε (7-12). Σύντομα ξέχασαν τὶς εὐεργεσίες καὶ τὸ θέλημὰ τοῦ (13), ἐνῶ ἐκεῖνος καὶ πάλι δὲν περιφρόνησε τὶς ἀπαιτήσεις τοὺς (14-15). Ἐπιμένοντας στὴν ἀπείθεια ἐξόργισαν τοὺς θεόσταλτους ἡγέτες τούς, τὸ Μωύση καὶ τὸν Ἀαρών, καὶ γι’ αὐτὸ τιμωρήθηκαν (16-18). Μέχρι πού ἔφθασαν στὸ σημεῖο, λησμονώντας τὸν ἀληθινὸ Θεό, νὰ πέσουν ὼς καὶ στὰ εἴδωλα (19-22). Κι ἂν δὲν μεσίτευε τότε ὁ Μωὕσῃς, θὰ τοὺς εἶχε καταστρέψει (23). Μὰ σὲ λίγο ἄρχισαν πάλι τοὺς γογγυσμοὺς καὶ τὶς παρασπονδίες πρὸς τὰ εἴδωλα καὶ τῇ διαφθορά, παρώργισαν τὸν Κύριο καὶ τὸν ἔκαναν νᾷ τοὺς κτυπήσῃ αὐστηρὰ (12-29). Πάλι ὅμως μὲ τῇ στάσι τοῦ δικαίου Φινεὲς ἐξιλεώθηκαν (30-31), χωρὶς ὡστόσο νᾷ σταματήση ἐδῶ ἡ κακὴ τοὺς τακτική. Ἐξ αἰτίας τοὺς ὁ Μωϋσὴς ἔχασε τῇ χαρὰ νᾷ πατήση τὴν εὐλογημένη χώρα (32-33). Κι ὅταν αὐτοὶ μπῆκαν στῇ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, συνέχισαν τὶς ἀνυπακοὲς (34) καὶ τὶς παρεκκλίσεις στὰ μιαρὰ εἴδωλα καὶ τὴν πορνεία (35-39). Τότε πλέον καὶ Κύριος, ώργίσθηκε καὶ τοὺς παρέδωσε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν τούς, νᾷ τοὺς αἰχμαλωτίσουν, νᾷ τοὺς θλίψουν καὶ νᾷ τοὺς ταπεινώσουν (40-42), ἀφοῦ κατ’ ἐπανάληψιν τοὺς εἶχε σώσει κι αὐτοὶ ἐξακολουθοῦσαν νᾷ τὸν πικραίνουν (43). Άλλ’ ὅταν τοὺς εἶδε μέσα στῇ θλῖψι νᾷ συνέρχωνται καὶ νᾷ ἐπιστρέφουν κοντὰ τοῦ, δέχθηκε τῇ δέησὶ τούς, τοὺς ἐλέησε καὶ τοὺς γλύτωσε ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία, διότι θυμήθηκε τῇ συμφωνία τοῦ μαζὶ τοὺς (4446). Καὶ τελειώνει μὲ τῇ δέησι, νᾷ ξανασυγκεντρώση ὁ Κύριος τὸν σκορπισμένο τοῦ λαό, γιὰ νᾷ τὸν ὑμνοῦν καὶ νᾷ τὸν δοξάζουν: «Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ εξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματὶ σοῦ τὸ ἁγίῳ, τοῦ έγκαυχάσθαι ἐν τῇ αἰνέσει σοῦ» (47).

Βιβλίο προφητικὸ – χριστολογικὸ   

Ἀλλὰ τὸ Ψαλτήρι δὲν ἀναφέρεται μόνο στὸ παρελθόν. Ἀναφέρεται καὶ στὸ μέλλον. Είνε βιβλίο ποὺ περιέχει προφητεῖες γιὰ τὰ έρχόμενα. Προφητεύει τὰ μέλλοντα καὶ ἰδίως κάνει λόγο γιὰ τὸ Μεσσία, τὸν ὁποῖο περίμεναν οἱ ἄνθρωποι τῆς παλαιὰς διαθήκης. Τόσο λεπτομερῶς περιγράφει τὸ πρόσωπο τοῦ ἀναμενομένου Χριστοῦ, ὥστε μπορεῖ νᾷ χαρακτηρισθῆ ὡς «τὸ κατὰ Δαυὶδ Εὐαγγέλιον» (βλ. επισκ. Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου, Ένα βλέμμα στὸ πανόραμα τῆς ἁγίας Γραφῆς τ. Β’, Ἀθῆναι 1988, σελ. 16).

Όπως γράφει ὁ ἀείμνηστος π. Ιωὴλ Γιαννακόπουλος στὸ ἔργο ποὺ μνημονεύσαμε, τὸ Ψαλτήρι, χίλια χρόνια προτοῦ ἔλθη ὁ Χριστός, μᾶς παρουσιάζει ἕνα πρόσωπο ἔκτακτο καὶ μυστηριῶδες, ποὺ θὰ κυριαρχήση στὸν κόσμο (2, 8-9) κι ὁ θρόνος τοῦ θὰ είνε ἀκατάλυτος, ἀφοῦ ὁ καθήμενος ἐπάνω σ’ αὐτὸν παρουσιάζεται ὡς Θεὸς καὶ βασιλεὺς (44,7). Το πρόσωπο αὐτὸ είνε συγχρόνως καὶ ἀρχιερεὺς μέγας «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» (109,4). Ἡ βασιλεία τοῦ θὰ φέρη εἰρήνη ψυχῆς καὶ δικαιοσύνη, ὅλα τὰ ἔθνη θὰ τὸν λατρεύσουν κι ὅλοι οἱ λαοὶ θὰ τὸν εὐλογήσουν, καὶ θὰ βασιλεύη μέχρις ὅτου ὑπάρχουν ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη (71,17-19). Ἐν τούτοις τὸ ἔνδοξο, μοναδικὸ καὶ μυστηριῶδες αὐτὸ πρόσωπο, ποὺ ἐμπρὸς τοῦ θὰ σκύψουν καὶ θὰ ὑποταχθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη, θὰ ὑποστῆ τρομερὰ παθήματα θὰ ὑβρισθῆ, θὰ σταυρωθῆ, θὰ τοῦ τρυπήσουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, θὰ τὸν ἀφήσουν γυμνὸ καὶ τὰ ροῦχα τοῦ θὰ τὰ διαμοιράσουν, θὰ είνε «σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ εξουθένημα λαοῦ» (21,7). Κι ὅμως τὸ παράδοξο αὐτὸ πρόσωπο θὰ ἱδρύση μία παγκόσμια βασιλεία, ὅπου θὰ περιλαμβάνονται πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι. Ὅλα αὐτὰ τὰ βρίσκουμε στοὺς μεσσιακοὺς ψαλμοὺς 2ο, 21ο , 44ο , 71ο καὶ 109ο, καὶ τὰ βλέπουμε νᾷ ἐφαρμόζονται κατὰ γράμμα στὸ Μεσσία, τὸ Χριστό, ποὺ βασιλεύει σήμερα μὲ τὴν ἀκατάλυτη βασιλεία τοῦ, τὴν Ἐκκλησία, καὶ σ’ αὐτὸν ὑποτάσσονται ἄνθρωποι ἀπὸ κάθε φυλὴ καὶ λαό. Αὐτὸς ὑπέστη κατὰ τῇ σταύρωσι τοῦ ὅλα αὐτὰ τὰ παθήματα. Καὶ ἔρωτα ὁ ἀείμνηστος ὑπομνηματιστὴς: «Το βιβλίον λοιπὸν τοῦτο τῶν Ψαλμῶν, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει ὅλα αὐτὰ τὰ μαργαριτάρια, πῶς ἄλλως δύναται νᾷ θεωρηθῆ παρὰ ὡς θεόπνευστον;» (σελ. 15).

Γι’ αὐτὸ ἕνας ξένος, ὁ Γάλλος Λαμαρτῖνος, λέει: «Διαβάστε, μετὰ τὴν ἀνάγνωση ἑνὸς ψαλμοῦ τοῦ Δαυίδ, τὸν Ὅμηρο ἢ τὸν Πίνδαρο. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νᾷ τὸ κάνω!» (ὲνθ’ άνωτ. σελ. 14).

Πυκνὴ χρῆσις παντοῦ   

Ἡ Κ. Διαθήκη παραθέτει 243 χωρία ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη. Είνε χαρακτηριστικό, ὅτι τὰ μισὰ ἀπ’ αὐτὰ είνε παρμένα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι, ἐνῶ τὸ Ψαλτήρι δὲν είνε ἡ μισῆ Π. Διαθήκη ἀλλὰ τὸ 1/45τῆς (ὲνθ’ άνωτ. σελ. 12). Τα πατερικὰ καὶ ἀσκητικὰ βιβλία είνε γεμᾶτα ἀπὸ ψαλμικὰ ρητά. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τὸ ὀνομάζει ἀφρόγαλα τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ κάτοπτρο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ ποιὸς δὲν εἶδε πράγματι τὸν ἑαυτὸ τοῦ διαβάζοντας ἢ ἀκούγοντας τοὺς ψαλμικοὺς στίχους; Ὁ Μ. Βασίλειος τὸ χαρακτηρίζει «κοινὸν ταμείoν ἀγαθῶν διδαγμάτων… Ψαλμὸς δαιμόνων φυγαδευτήριον… νηπίοις ἀσφάλεια ἀκμάζουσιν ἐγκαλλώπισμα: πρεσβυτέροις παρηγοριὰ…» (Ε.Π.Ε. 5, 12-16).

Αὐτὸς είνε καὶ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται συχνὴ χρῆσις τοῦ Ψαλτηρίου στῇ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς. Ὅλες οἱ ἀκολουθίες τοῦ ἡμερονυκτίου καὶ ὅλες οἱ ἀκολουθίες τῶν μυστηρίων καὶ ἁγιαστικῶν τελετῶν παρατηροῦμε ὅτι περιλαμβάνουν ἄφθονους ψαλμούς.

Τέλος καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες τῶν ἡμερῶν μᾶς πολὺ τὸ ἐγκωμιάζουν καὶ συνιστοῦν τῇ μελέτη τοῦ Ψαλτηρίου. Ὁ π. Ιωὴλ γράφει, ὅτι ἀποτελεῖ «τὴν καρδίαν, τὸν μυελῶν τῆς Βίβλου» (ὲνθ’ άνωτ. σελ. 11). Ὁ π. Χριστοφόρος Καλύβας τὸ μετέφρασε ἐμμέτρως στὸ ἔργο τοῦ «Ποιητικὴ ἀπόδοσις τῶν Ψαλμῶν τοῦ Δαυὶδ» (Ἀθῆναι 1978) καὶ εὐχήθηκε, «μὲ τὴν μελέτης καὶ τὴν κατανόησὶν τοῦ ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος νᾷ ἐπιφέρῃ τὰς σωτηρίους μεταβολὰς εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀναγνωστῶν» (σελ. 7). Ὁ π. Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖος στὸ δίτομο ἔργο τοῦ «Εἰκόνες καὶ πραγματικότητες» (Ἀθῆναι 1957 – 1962) ἔχει ἀναλύσει τὶς εἰκόνες τῶν πρώτων 20 ψαλμῶν καὶ τώρα στὸ ἔργο τοῦ «Ὁμιλίαι εἰς τοὺς Ψαλμοὺς (21-30)» προσφέρει ὁμιλίες ἐπάνω στὴν τρίτη δεκάδα τῶν ψαλμῶν, τὸ παρομοιάζει μὲ ἀνθοδέσμη ἀπὸ ἀμάραντα ἄνθη, μὲ πνευματικὸ τηλεσκόπιο ποὺ ἀνιχνεύει ἀπὸ πολὺ μακριὰ τὰ γεγονότα τοῦ μέλλοντος, καὶ μὲ φαρμακεῖο ὅπου βρίσκεις τὰ φάρμακα γιὰ ὅλες τὶς αρρώστιες (Πανόραμα Β’, σελ. 10 κ.ε.).

Ας ἀγαπήσουμε τὸ Ψαλτήρι  

Ἀγαπητοὶ ἀναγνῶσται!

Ας ἀγαπήσουμε καὶ ἐμεῖς τὸ Ψαλτήρι καὶ ἃς τὸ πάρουμε στὰ χέρια μᾶς. Πολλὰ ἔχουμε νᾷ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τῇ μελέτη τοῦ. Ας ἀκούσουμε τὸν Μ. Βασίλειο: «Ἡ τῶν Ψαλμῶν βίβλος… προφητεύει τὰ μέλλοντα ἱστορίας ὑπομιμνῄσκει νομοθετεῖ τῷ βίῳ ὑποτίθεται τὰ πρακτέα… Τα παλαιὰ τραύματα τῶν ψυχῶν ἐξιᾶται, καὶ τὰ νεοτρώτη ταχεῖαν ἐπάγει τὴν ἐπανόρθωσιν καὶ τὸ νενοσηκὸς περιποιεῖται καὶ τὸ ἀκέραιον διασῴζει» καὶ ὅλως ἐξαιρεῖ τὰ πάθη… Ψαλμὸς ἀνάπαυσις κόπων ἡμερινῶν… ἀκμάζουσιν ἐγκαλλώπισμα πρεσβυτέροις παρηγορίᾳ γυναιξὶ κόσμος ἁρμοδιώτατος. Τὰς ἐρημίας οἰκίζει, τὰς ἀγορὰς σωφρονίζει: εἰσαγομένοις στοιχείωσις, προκοπτόντων αὔξησις, τελειουμένων στήριγμα, ἐκκλησίας φωνὴ. Οὗτος τὰς ἑορτὰς φαιδρύνει, τὴν κατὰ Θεὸν λύπην δημιουργεῖ. Ψαλμὸς γὰρ καὶ ἐκ λιθίνης καρδίας δάκρυον ἐκκαλεῖται… “Ὦ τῆς σοφῆς ἐπινοίας τοῦ διδασκάλου, ὁμοῦ τε ᾄδειν ἡμᾶς καὶ τὰ λυσιτελῆ μανθάνειν μηχανωμένου!… Τὶ γὰρ οὐκ ἂν μάθοις ἐντεῦθεν, οὐ τῆς ανδρεὶας τὸ μεγαλοπρεπές; οὐ τῆς δικαιοσύνης τὸ ἀκριβές; οὐ σωφροσύνης τὸ σεμνόν, οὐ τὸ τῆς φρονήσεως τέλειον; οὐ μετανοίας τρόπον; οὐχ ὑπομονῆς μέτρα;… ‘Ἐνταῦθα ἔνι θεολογία τελεία: πρόρρησις τῆς διὰ σαρκὸς ἐπιδημίας Χριστοῦ ἀπειλὴ κρίσεως: ἀναστάσεως ἐλπὶς» φόβος κολάσεως…» (ὲνθ’ άνωτ.).

Δηλαδὴ: «Το βιβλίο τῶν Ψαλμῶν προφητεύει τὰ μέλλοντα, ὑπενθυμίζει τὴν ἱερὰ ἱστορία, νομοθετεῖ πὼς νᾷ ζοῦμε, ὑποδεικνύει τὶ πρέπει νᾷ κάνουμε… Γιατρεύει τὰ παλαιὰ τραύματα τῶν ψυχῶν, φέρνει γρήγορα τὴ θεραπεία στὶς πρόσφατες πληγές, αὐτὸ πού νοσεῖ τὸ νοσηλεύει, αὐτὸ πού είνε γερὸ τὸ διασώζει, καὶ τελείως ἀφαιρεῖ τὰ πάθη… Η βραδινὴ μελέτη τοῦ Ψαλτηρίου ξεκουράζει ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἡμέρας… Γιὰ τοὺς ὡρίμους είνε στολίδι, γιὰ τοὺς γεροντοτέρους παρηγοριὰ, γιὰ τὶς γυναῖκες τὸ πιὸ ταιριαστὸ στολίδι. Κάνει τὶς ἐρήμους νᾷ κατοικοῦνται, κάνει καὶ τὶς πολυάνθρωπες κοινωνίες νᾷ σωφρονοῦν. Στους ἀρχαρίους προσφέρει τὴν στοιχειώδη μόρφωσι, στοὺς τελειοτέρους προσφέρει στήριγμα, εινε ἡ φωνὴ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ψαλμὸς κάνει χαρούμενες τὶς ἑορτές, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ τὴ λύπη πού ἀρέσει στὸ Θεό. Γιατὶ ὁ ψαλμὸς βγάζει δάκρυα κι ἀπὸ τὴν πετρίνη καρδίᾳ. Ὦ πόσο σοφὴ είνε αὐτὴ ἡ ἐφεύρεση τοῦ διδασκάλου μᾶς! Προσπαθεῖ νᾷ διδασκόμεθα τὰ σωτήρια ἐνῶ ψάλλουμε… Καὶ πράγματι τὶ δὲν θὰ μάθης ἀπ’ ἐδῶ; τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς ἀνδρείας, τὴν ἀκρίβεια τῆς ἀρετῆς, τὴ σεμνότητα τῆς σωφροσύνης, τὴν τελειότητα τοῦ φρονήματος, τὸν τρόπο τῆς μετανοίας, τὸ βαθμὸ τῆς ὑπομονῆς;… Ἐδῶ μέσα ὑπάρχει ἡ τέλεια θεολογία: προαναγγελία γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ σῶμα τοῦ δέος γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως: ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀνάστασι: φόβος γιὰ τὴν κόλασι…».

Σύμφωνα μὲ τὴν καθιερωμένη τώρα ἐκκλησιαστικὴ τάξι, τὸ Ψαλτήρι πρέπει κανονικὰ νὰ διαβάζεται ὁλόκληρο μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα (ἀπὸ τρία περίπου καθίσματα τὴν ἡμέρα). Αὐτὸ ὅμως γίνεται μόνο στὰ μοναστήρια. Στις ἐνορίες ποῦ καὶ πού ἀκοῦμε νὰ διαβάζεται τὸ Α ́ κάθισμα κάθε Σάββατο βράδι στὸν ἑσπερινό. Ἐδῶ στὸν κόσμο ἐλάχιστοι πιστοὶ ἔχουν χρόνο καὶ δυνατότητα, ἤ μᾶλλον τὴν προθυμία, κ’ ἔχουν καθιερώσει τὴν ἁγία συνήθεια τὸ νὰ διαβάζουν.

Πάντως ὑπάρχουν τέτοιες εὐλαβεῖς ψυχὲς καὶ στὶς μέρες μᾶς. Σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Φλωρίνης μία σεβάσμια γερόντισσα, πού κοιμήθηκε πρὶν λίγα χρόνια, ἡ μητέρα τοῦ ἀειμνήστου ἱερέως π. Πέτρου Ρίζου, ὅπως βεβαιώνουν τὰ ἐγγόνια τῆς, τὸ ἔκανε αὐτὸ στὰ ἐνδιάμεσα τῶν οἰκιακῶν τῆς έργασιών. Ἀλλὰ καὶ στὴ βαβυλώνα τῶν Ἀθηνῶν πολλοὶ γνώρισαν ἕναν ὑπέροχο γιατρό, ἐπιστήμονα καὶ ἄνθρωπο ἐξαίρετο, τὸν ἀείμνηστο Ἰωάννη Ζαμάνη, ὑπόδειγμα ὀρθοδόξου χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα στὴν τσάντα τοῦ εἶχε πάντα τὸ Ψαλτήρι καὶ διάβαζε καθημερινῶς τὰ καθωρισμένα καθίσματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μᾶς θυμίζουν λίγο καὶ τὰ εὐλαβὴ πρόσωπα τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόσο ἦταν ἐξοικειωμένα μὲ τὰ ψαλμικὰ ρητά, ὥστε καὶ στὴν καθημερινὴ τοὺς ζωὴ τοὺς ἄκουγες νὰ προφέρουν κάποια ἀπ’ αὐτά, ὅπως τὸ «’Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε» (35,7).

Είνε ἄραγε ἀληθινὴ δικαιολογία ἤ πρόφασις ὅτι δὲν εύκαιρούμε νὰ διαβάζουμε Ψαλτήρι; Καὶ μόνο τὸ χρόνο πού παίρνει τώρα ἡ τηλεόραση νὰ διέθετε κανείς, θὰ ἀρκοῦσε. Ας κάνουμε τὸ σταυρὸ μᾶς λοιπόν, κι ἂς τὸ τολμήσουμε καὶ τὸ καλὸ θὰ είνε διπλὸ· διότι καὶ ἀπὸ τὴν τηλεόραση θ’ ἀπαλλαγοῦμε καὶ τῆς οὐρανίου θέας θ’ ἀπολαύσουμε.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.