Πατρολογία Migne (57.71 – 57.72)
Επιμέλεια Μετάφρασης: Ορθόδοξα Κείμενα
ζ΄. Μην ζητάς, λοιπόν, από τον Θεό πράγματα που λαμβάνεις από τον διάβολο. Γιατί από τον Θεό είναι το να έχεις καρδιά συντετριμμένη και ταπεινή, νηφάλια, σώφρονα και σεμνή, καρδιά που μετανοεί και συντρίβεται.
Αυτά είναι τα δώρα του Θεού, γιατί αυτά μας χρειάζονται περισσότερο απ’ όλα. Έχουμε μπροστά μας δύσκολο αγώνα και η πάλη μας είναι με αόρατες δυνάμεις. Η μάχη είναι πνευματική, εναντίον της κακίας, εναντίον αρχών και εξουσιών του σκότους. Και πρέπει να είμαστε πρόθυμοι, άγρυπνοι και σε εγρήγορση, για να μπορέσουμε να αντέξουμε την αγριότητα αυτής της μάχης.
Αν όμως γελάμε και παίζουμε και ραθυμούμε συνεχώς, πριν καν μπούμε στη μάχη, θα έχουμε ήδη καταρρεύσει από τη δική μας αμέλεια.
Το συνεχές γέλιο, η απαλότητα, η καλοπέραση, δεν είναι δικά μας — είναι των θεατρίνων, των πόρνων, των ανδρών που είναι ξυρισμένοι γι’ αυτόν τον σκοπό, των παράσιτων, των κόλακων. Δεν είναι αυτών που είναι καλεσμένοι για τον ουρανό, που είναι γραμμένοι στην άνω πόλη, που κρατούν πνευματικά όπλα. Είναι αυτών που υπηρετούν τον διάβολο.
Αυτός είναι, αυτός που έκανε το γέλιο τέχνη, για να χαλαρώσει τους στρατιώτες του Χριστού, να μαλακώσει τους πνευματικούς τους τένοντες.
Γι’ αυτό και έχτισε θέατρα στις πόλεις, και εκπαίδευσε γελωτοποιούς — και με τη μόλυνση εκείνων, έριξε λοιμό σε όλη την πόλη.
Αυτά μας είπε να τα αποφεύγουμε ο Παύλος — τη μωρολογία και τα εύκολα αστεία — και μας παρακινεί να τα διώχνουμε μακριά.
Και το πιο φοβερό απ’ όλα είναι ότι το γέλιο αυτό προέρχεται από βλασφημίες και αισχρά λόγια. Όταν οι μίμοι και οι γελωτοποιοί λένε κάτι βλάσφημο ή χυδαίο, πολλοί από τους πιο ανόητους γελούν και τέρπονται — ενώ γι’ αυτά θα έπρεπε να λιθοβολούνται. Κι όμως, χειροκροτούν και τραβούν πάνω τους τη φωτιά της κολάσεως, χαρούμενοι κι ευχαριστημένοι.
Γιατί αυτοί που επαινούν αυτούς που τα λένε, είναι εκείνοι που περισσότερο τους ενθαρρύνουν να συνεχίσουν· γι’ αυτό και αυτοί θα είναι πιο δίκαια υπεύθυνοι για την τιμωρία.
Αν δεν υπήρχε κανείς να παρακολουθεί τέτοια πράγματα, δεν θα υπήρχαν ούτε εκείνοι που τα έκαναν. Αλλά όταν σας βλέπουν να τα ενισχύετε με τα εργαστήρια, τις τέχνες, τα έσοδα και όσα αφήνετε για χάρη αυτής της ενασχόλησης, τότε παίρνουν θάρρος και προθυμία, και καταβάλλουν ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια σε αυτά.
Και δεν τα λέω αυτά για να δικαιολογήσω εκείνους που τα κάνουν, αλλά για να καταλάβετε εσείς ότι εσείς οι ίδιοι προσφέρετε τη ρίζα αυτής της αμαρτίας — εσείς που ξοδεύετε όλη την ημέρα σας σε αυτά, που διακωμωδείτε την ιερότητα του γάμου, και παρουσιάζετε γελοία το μεγάλο αυτό μυστήριο.
Γιατί δεν είναι τόσο ένοχος αυτός που υποκρίνεται τέτοια πράγματα, όσο εσύ που τον παροτρύνεις να τα κάνει — και μάλιστα όχι μόνο τον παρακινείς, αλλά το επιδιώκεις, ευχαριστιέσαι, γελάς, επαινείς όσα γίνονται, και με κάθε τρόπο στηρίζεις τέτοια εργαστήρια των δαιμόνων.
Με τι μάτια, λοιπόν, πες μου, θα αντικρίσεις τη γυναίκα σου στο σπίτι, αφού την είδες να υβρίζεται εκεί πάνω;
Πώς δεν ντρέπεσαι, όταν θυμάσαι τη σύντροφό σου, και βλέπεις τη φύση της να γελοιοποιείται μπροστά σου;
η΄. Μην μου πεις λοιπόν αυτό, ότι δηλαδή «είναι υποκρισία αυτά που γίνονται». Γιατί αυτή η υποκρισία έχει κάνει πολλούς μοιχούς και έχει γκρεμίσει πολλά σπίτια. Και γι’ αυτό ακριβώς λυπάμαι βαθιά: επειδή δεν θεωρείται καν κακό αυτό που γίνεται· αντιθέτως, υπάρχουν χειροκροτήματα, κραυγές, πολύ γέλιο, ενώ διαπράττεται ξεκάθαρη μοιχεία.
Τι λες; Είναι δήθεν υποκρισία αυτά που παίζονται; Τότε, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, είναι χίλιες φορές άξιοι θανάτου αυτοί που τα παρουσιάζουν· γιατί αυτά που όλοι οι νόμοι μας διατάζουν να αποφεύγουμε, εκείνοι τα μιμούνται επί σκηνής.
Αν είναι κακό το ίδιο το πράγμα, τότε και η μίμησή του είναι εξίσου κακή. Και δεν μιλώ καν για το πόσους οδηγούν στη μοιχεία αυτά τα θεάματα. Ούτε για το πόσο τολμηρούς και ξεδιάντροπους κάνουν τους θεατές. Γιατί τίποτα δεν κάνει τον άνθρωπο πιο ακόλαστο από ένα μάτι που αντέχει να βλέπει τέτοια.
Εσύ, ας πούμε, δεν θα δεχόσουν να δεις μια γυμνή γυναίκα ούτε στην αγορά, ίσως ούτε και στο σπίτι σου — θα έλεγες ότι είναι προσβολή. Αλλά ανεβαίνεις στο θέατρο, για να δεις το κοινό γυμνό σώμα ανδρών και γυναικών, και ντροπιάζεις τα ίδια σου τα μάτια.
Μην πεις λοιπόν: «Μα είναι πόρνη αυτή που γδύνεται». Γιατί και η πόρνη και η ελεύθερη έχουν το ίδιο σώμα, την ίδια φύση. Αν δεν είναι κακό αυτό, τότε γιατί όταν το βλέπεις στην αγορά, σοκάρεσαι και διώχνεις αυτή που γυμνώνεται;
Δηλαδή όταν είμαστε χωριστά, είναι άσχημο — αλλά όταν είμαστε όλοι μαζεμένοι, παύει να είναι αισχρό; Αυτά είναι ντροπιαστικά λόγια, γελοία, απόδειξη απόλυτης παραφροσύνης.
Και καλύτερα να πασαλείψεις το πρόσωπό σου με βόρβορο και λάσπη, παρά να βλέπεις τέτοια παρανομία. Γιατί η βλάβη που προκαλεί στο μάτι η λάσπη είναι τίποτα μπροστά στη ζημιά της ακόλαστης θέας και της εικόνας μιας γυμνής γυναίκας.
Άκου, λοιπόν, τι προκάλεσε τη γύμνωση από την αρχή, και φοβήσου τι κρύβεται πίσω από αυτή την ασχημοσύνη. Τι την προκάλεσε; Η παρακοή και η συμβουλή του διαβόλου. Έτσι ήταν από την αρχή: έργο του διαβόλου.
Κι όμως, εκείνοι ντρέπονταν που ήταν γυμνοί. Εσείς, αντίθετα, καμαρώνετε. Όπως λέει ο απόστολος: «στην αισχύνη τους έχουν τη δόξα τους».
Πώς λοιπόν θα σε αντικρίσει η γυναίκα σου, όταν επιστρέψεις από μια τέτοια παρανομία; Πώς θα σε δεχτεί; Πώς θα σου μιλήσει, εσύ που ντρόπιασες τόσο βάναυσα τη φύση της γυναίκας, και υποδουλώθηκες από την εικόνα της γυναίκας που πόρνευε;
Κι αν λυπάστε ακούγοντας αυτά, σας ευχαριστώ πολύ. Γιατί, ποιος άλλος με χαροποιεί, αν όχι αυτός που πονά εξαιτίας μου;
Μην σταματήσετε λοιπόν να στενάζετε και να συντρίβεστε για αυτά. Γιατί αυτή η λύπη είναι για εσάς το πρώτο βήμα προς την αλλαγή, προς το καλύτερο.
Γι’ αυτό κι εγώ έκανα τον λόγο μου πιο αυστηρό και σφοδρό, για να κάνω βαθύτερη τομή και να σας απαλλάξω από τη σήψη που σας μεθά. Ώστε να σας οδηγήσω ξανά στην καθαρή υγεία της ψυχής.
Και είθε όλοι μας να την απολαύσουμε, και με αυτά τα κατορθώματα να φτάσουμε στα ουράνια έπαθλα, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.